Σχολική βία:Τα κατασταλτικά μέτρα καθησυχάζουν την κοινή γνώμη, θλιβερή η άρνηση διαχείρισης των αιτιών
Οι ξυλοδαρμοί και ο εκφοβισμός
-και μέσω social media- μεταξύ μαθητών έχουν γίνει καθημερινό θέμα στην
ειδησεογραφία, αφού ολοένα και αυξάνονται τα περιστατικά bullying από ανήλικους
προς ανήλικους. Τα πιο πρόσφατα επίσημα στοιχεία αναφέρουν πως σχεδόν ένας
στους τέσσερις εφήβους υπήρξε θύμα εκφοβισμού στο σχολείο, ενώ ένας στους τρεις
έχει πρόσφατα εμπλακεί σε βίαιο καυγά. Η κυβέρνηση και το αρμόδιο υπουργείο,
ανακοίνωσαν,χθες Τρίτη, τα μέτρα που εντάσσονται στα σχολεία με σκοπό την
καταπολέμηση του σχολικού εκφοβισμού. Μέτρα με τιμωρητικό-κατασταλτικό χαρακτήρα
κι όχι παιδαγωγικό. Η Αναστασία Τσουκαλά, Ομότιμη Καθηγήτρια
Εγκληματολογίας/Université Paris-Saclay και Ερευνήτρια/Université Paris Cité
εξηγεί αναλυτικά το φαινόμενο της βίας των ανηλίκων και αποδομεί την
κατασταλτική προσέγγιση που επέλεξε ως ”λύση” η κυβέρνηση.
Αρχικά,να
κάνουμε έναν μικρό διαχωρισμό στη βία ανηλίκων και την παραβατικότητα.
Τον
τελευταίο καιρό, επικρατεί στην επικαιρότητα ένας μεγάλος προβληματισμός για
την κλιμακούμενη βία ή παραβατικότητα των ανηλίκων. Παρότι οι δύο όροι είναι σχεδόν
ταυτόσημοι, ο δημόσιος λόγος τους συνδέει έμπρακτα με διαφορετικά
συγκείμενα. Η ‘παραβατικότητα’ παραπέμπει σε παράνομες πράξεις με οικονομικό
κίνητρο (π.χ. ληστεία, διακίνηση ουσιών) ενώ η ‘βία’ παραπέμπει σε ψυχολογικές
πρακτικές, πρόκληση τραυματισμών ή σεξουαλικές επιθέσεις χωρίς οικονομικό
όφελος.
Αυτή η
έμπρακτη διαφοροποίηση της χρήσης των δύο όρων στο δημόσιο λόγο δηλώνει
ασυναίσθητα μια ουσιαστική διαφορά μεταξύ των αντίστοιχων συμπεριφορών. Η
‘παραβατικότητα ’επιδιώκει να παραμείνει αφανής ενώ η ‘βία’ τελείται σε δημόσια
θέα και επιδιώκει περαιτέρω δημοσιότητα. Αυτό, με τη σειρά του,
δηλώνει ότι οι δύο συμπεριφορές διαφοροποιούνται ουσιωδώς ως προς ένα
τουλάχιστον κίνητρο, το προσδοκώμενο όφελος. Στην ‘παραβατικότητα’ είναι υλικό,
στη ‘βία’ είναι άυλο. Η ‘βία’ καθορίζεται πρωτίστως από μια επιτακτική ανάγκη
διαμόρφωσης ταυτότητας, η οποία δεν μπορεί να υπάρξει και να επιτελέσει τις
προσδοκώμενες λειτουργίες της αν δεν είναι εγγεγραμμένη στη δημόσια σφαίρα και
δεν απευθύνεται σε μια συγκεκριμένη ή αφηρημένη ομάδα στην οποία ανήκει και
θέλει να επιβληθεί το βίαιο άτομο.
·
Ποια τα αίτια που τη γεννούν; Πόσο έχει επιδράσει η πανδημία;
Πιθανότατα, τόσο τα ‘παραβατικά’ όσο και τα
‘βίαια’ ανήλικα ωθούνται σε αυτές τις συμπεριφορές λόγω προβληματικών οικογενειακών
καταστάσεων και των συνεπακόλουθων ψυχολογικών
επιπτώσεων στη διαμόρφωση της προσωπικότητας τους. Αυτά τα οικογενειακά
περιβάλλοντα μπορεί να ενέχουν, σωρευτικά ή εναλλακτικά, σωματική ή ψυχολογική
βία, συναισθηματική παραμέληση, σεξουαλική κακοποίηση, ή ακόμα και άμεση
εξοικείωση με διάφορα αδικήματα που διαπράττουν οι ενήλικες. Εξίσου πιθανό
είναι η άρση των αναστολών των ανήλικων να αντανακλά την ευρύτερη έκπτωση
αξιών, την αλλοτρίωση, την επισφάλεια και την απουσία οράματος για το μέλλον, που
χαρακτηρίζουν στις μέρες μας ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας, επηρεάζοντας
ιδιαίτερα τη νεολαία. Κατ’ αυτή την έννοια, η πανδημία όξυνε ίσως το ήδη
δυσλειτουργικό οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον των ανήλικων, αλλά η
επιρροή της δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστική. Μια τέτοια ερμηνεία θα
υπέκρυπτε τα ευρύτερα προβλήματα που ταλανίζουν την κοινωνία μας.
Σε αυτή την από πολλές απόψεις παραπαίουσα
κοινωνία, η ορθολογική επιδίωξη οικονομικού οφέλους ωθεί τα ‘παραβατικά’
ανήλικα να παρανομούν προσεκτικά προκειμένου να αποφύγουν τη σύλληψη. Αντίθετα,
η υπαρξιακή ανάγκη διαμόρφωσης ταυτότητας ωθεί τα ‘βίαια’ ανήλικα να δρουν
φαινομενικά ανορθολογικά δεδομένου ότι εκτίθενται συνειδητά στις προβλεπόμενες
σχολικές ή ποινικές κυρώσεις, είτε επειδή δρουν σε δημόσια θέα (π.χ. στο
προαύλιο του σχολείου τους) είτε επειδή δημοσιοποιούν εκ των υστέρων τις
πράξεις τους αναρτώντας τες στο διαδίκτυο. Στο βαθμό που η βίαιη συμπεριφορά
συνιστά πάντα μέσο συγκάλυψης της αδυναμίας διαχείρισης της ανασφάλειας και της
χαμηλής αυτοεκτίμησης του βίαιου ατόμου, η βία επιτρέπει τη δημιουργία μιας
ψευδεπίγραφα ισχυρής προσωπικότητας, αναγνωρίσιμης και σεβαστής στην εκάστοτε
ομάδα αναφοράς (σχολικό περιβάλλον, εξωσχολικές παρέες, συμμορίες, κλπ.).
·
Ποια είναι τα χαρακτηριστικά της βίας των ανηλίκων; Εντοπίζουμε έμφυλα,
ταξικά κ.α. σημεία;
Η αναζήτηση ταυτότητας μέσω της
βίας επιβεβαιώνεται έμμεσα και από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της
σημερινής της εκδήλωσης. Αφενός, η άνοδος του φεμινιστικού κινήματος και η
συνεπακόλουθη διεκδίκηση της έμφυλης ισότητας είχαν ως επακόλουθο την εμφάνιση
βίαιων συμπεριφορών από ανήλικα κορίτσια, που αναζητούν ισότιμα με τα αγόρια τη
δημόσια αναγνώριση της ταυτότητας τους υιοθετώντας τους ίδιους ακριβώς τρόπους
ανάδειξης και επιβολής με αυτά. Παρατηρούμε ωστόσο ότι, όταν ασκείται σωματική
βία, οι έμφυλες διακρίσεις διατηρούνται ισχυρές ως προς τη σχέση θύτη-θύματος.
Κατ’ αρχήν, τα αγόρια επιτίθενται σε αγόρια και τα κορίτσια σε κορίτσια.
Αφετέρου, στο βαθμό που τα κακοποιητικά
οικογενειακά περιβάλλοντα δεν έχουν ταξικό πρόσημο, παρεμφερείς βίαιες
συμπεριφορές παρατηρούνται και στα λεγόμενα καλά ιδιωτικά σχολεία, με τη μόνη
διαφορά ότι, τις περισσότερες φορές, τα περιστατικά αυτά περιβάλλονται από μια
διακριτική σιωπή. Ελάχιστα από αυτά τυγχάνουν δημοσιογραφικής κάλυψης.
Αντίθετα, το ταξικό πρόσημο εμφανίζεται ισχυρό στην παραβατικότητα με
οικονομικό όφελος όπου, εντελώς αναμενόμενα, τα εμπλεκόμενα ανήλικα προέρχονται
από τα πλέον ευάλωτα κοινωνικά στρώματα.
·
Πώς εκδηλώνεται;
Οι σημερινές βίαιες συμπεριφορές ανηλίκων
παρουσιάζουν ορισμένα νέα χαρακτηριστικά γνωρίσματα. Πρώτον, υπάρχει
κανονικοποίηση της χρήσης όπλων, συνήθως μαχαιριών. Αυτό είναι απότοκο
δύο διαφορετικών αιτίων. Από τη μια μεριά, η οπλοκατοχή και οπλοχρησία
ενισχύουν την κατασκευή ταυτότητας καθώς καθιστούν εμφανή την ασυμμετρία
δυνάμεων ενώ παράλληλα επιτρέπουν στον δράστη να ταυτιστεί με τα υπαρκτά ή
φαντασιακά πρότυπα ενήλικης συμπεριφοράς που έχει ως σημεία αναφοράς του. Από
την άλλη, η προσφυγή σε όπλο είναι αλληλένδετη με την ενίσχυση των αστυνομικών
ελέγχων. Ο κίνδυνος σύλληψης, λόγω ακριβώς της αποτελεσματικότερης αστυνομικής
παρουσίας στο δημόσιο χώρο, ωθεί τον δράστη να επιδιώξει το προσδοκώμενο
αποτέλεσμα στο συντομότερο δυνατό χρονικό διάστημα, προσφεύγοντας στην απειλή ή
χρήση όπλου.
Δεύτερον, τόσο στον σχολικό εκφοβισμό
όσο και στις σχολικές ή εξωσχολικές συμπλοκές παρατηρείται συχνά εμφανής
ασυμμετρία δυνάμεων, με το θύμα να δέχεται επίθεση από ομάδα ανήλικων. Παρά
το φαινομενικό παράδοξο της υιοθέτησης μιας άνανδρης συμπεριφοράς τη στιγμή που
ο θύτης προβαίνει σε επίδειξη ισχύος, παραδοσιακά ταυτισμένης με το αρχέτυπο
του άνδρα, η ασυμμετρία δυνάμεων έχει αναχθεί σε μοτίβο συμπεριφοράς
επειδή επιβεβαιώνει το ανήκειν σε μια ομάδα αναφοράς, με επικεφαλής
τον θύτη, και παράλληλα εκμηδενίζει το θύμα λόγω της απομόνωσης του από άλλες
ομάδες αναφοράς, της σωματικής υπεροχής της επιτιθέμενης ομάδας και της συχνά
δυσανάλογης ως προς το διακύβευμα σοβαρότητας της επίθεσης.
Τρίτον, πολλές φορές η επίθεση τελείται
ενώπιον ακροατηρίου, που καλείται να τοποθετηθεί άμεσα, αν παρευρίσκεται
στο συμβάν, ή έμμεσα, αν ενημερωθεί μέσω της κοινοποίησης βιντεοληπτικού υλικού
στο διαδίκτυο. Η ύπαρξη ακροατηρίου έχει καθοριστική σημασία καθώς, χωρίς αυτό,
η επίτευξη του στόχου της επίθεσης είναι ημιτελής. Η ανάγκη δημιουργίας
ταυτότητας καλύπτεται όταν αυτή εγγραφεί πλήρως στη δημόσια σφαίρα, και όχι
μόνο στον στενό κοινωνικό περίγυρο. Ταυτόχρονα, η δημοσιοποίηση της επίθεσης
επιτείνει τον επιδιωκόμενο εκμηδενισμό του θύματος, ο οποίος ολοκληρώνεται μέσω
της ταπείνωσης. Το κίνητρο αυτό υποτείνει και την κοινοποίηση υλικού
πορνογραφικού χαρακτήρα ή deepfakeφωτογραφιών ανήλικων. Η συστηματική επιδίωξη
εκμηδενισμού του θύματος, κατά προτίμηση μέσω της ταπείνωσης, είναι δηλωτική
της εσωτερικής έντασης που βιώνει ο δράστης ως προς τη δική του αδυναμία
ύπαρξης, που οδηγεί σε παρεμφερείς στρατηγικές κοινωνικής επιβίωσης.
Το ακροατήριο καλείται να επιλέξει αν θα
συμπλεύσει παρακολουθητικά με τον δράστη, επικροτώντας και/ή κοινοποιώντας
περαιτέρω την επίθεση, αν θα παραμείνει ουδέτερος θεατής, ή αν θα αντιδράσει
αλληλέγγυα προς το θύμα. Στην τελευταία περίπτωση, έχουν καταγραφεί περιστατικά
δημόσιας, παραδειγματικής τιμωρίας του αλληλέγγυου ατόμου προκειμένου να
εδραιωθεί αναμφισβήτητα η ισχύς του αρχικού δράστη.
Γεωργία Κριεμπάρδη, 10/4/24, Libre.gr
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.