Πες
μου ψέματα
Το 2016 ήταν μια χρονιά-ορόσημο για τον όρο fake news. Έντυπος και ηλεκτρονικός Τύπος ανακάλυπταν τη μικρή πόλη Βέλες στη Β. Μακεδονία και τους νεαρούς που έβγαλαν χιλιάδες δολάρια δημιουργώντας και διασπείροντας ψευδείς ειδήσεις υπέρ του Τραμπ στη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του. Το γεγονός στάθηκε η αφορμή τόσο για την αποκάλυψη της διάστασης ενός φαινομένου αρχαίου περίπου όσο και ο κόσμος που ενισχύθηκε από τις τεχνολογικές εξελίξεις, όσο και για τη λαίλαπα της ενημέρωσης γύρω από αυτό. Το 2019 ο όρος fake news μπήκε στο λεξικό της Οξφόρδης, ενώ ήδη από το 2018 ξεκινούσε η μεγάλη καριέρα των deep fake βίντεο, τα οποία αντικαθιστούν πειστικά την ομοιότητα ενός προσώπου μέσω ενός άλλου με μια συγκεκριμένη ψηφιακή επεξεργασία, στην οποία η τεχνητή νοημοσύνη έχει πρωταγωνιστικό ρόλο.
(…)Λίγο αργότερα και μέχρι τις ημέρες μας, οι ερευνητές προσπαθούν να ακυρώσουν τον όρο fake news επισημαίνοντας το ασαφές του περιεχόμενο, το οποίο περιλαμβάνει από πραγματικές ειδήσεις που απλώς δεν αξίζουν την προσοχή μας μέχρι προπαγάνδα και παραπληροφόρηση που στόχο έχει να «σπείρει» αμφιβολίες και να αυξήσει τη δυσπιστία στους θεσμούς, ενώ αποτυγχάνει να αναγνωρίσει τελικώς την ποικιλομορφία της παραπληροφόρησης είτε πρόκειται για τη μορφή είτε για τα κίνητρα ή για τη διάδοση. Αντιθέτως διαπιστώνεται το ζοφερό μονοπάτι των επιπτώσεων στο οποίο έχει ήδη οδηγήσει η συνεχής χρήση του όρου, ο οποίος ασμένως υιοθετήθηκε και από παράγοντες που προωθούν ψευδείς ειδήσεις -είχε γίνει η αγαπημένη λέξη του Τραμπ- οδηγώντας σε ευρεία σύγχυση ως προς το τι συνιστά αξιόπιστη ενημέρωση, πώς ελέγχεται και ποια είναι τελικώς η αξία της.
Η υπερβολική χρήση του όρου θεωρείται ένας σημαντικός παράγων απαξίωσης και ισχυρής αμφισβήτησης πολιτικών και πολιτικής, δημοσιογράφων και παραδοσιακών ΜΜΕ, εκ μέρους του κοινού, και της «διαταραχής» στην πρόσληψη μιας πραγματικής πληροφορίας. Σε έρευνα του University College Cork της Ιρλανδίας που δημοσιεύθηκε μόλις πριν από μερικές ημέρες (25 Οκτωβρίου 2023) επισημαίνεται ό,τι και αρκετές άλλες σχετικές έρευνες έχουν εντοπίσει τα τελευταία χρόνια: την τεράστια αύξηση των ανθρώπων που απορρίπτουν μια αληθινή είδηση ως ψευδή υποδεικνύοντας βίντεο που χαρακτηρίστηκαν εσφαλμένα ως «deepfake» σχεδόν έξι φορές πιο συχνά από ό,τι τα πραγματικά deepfakes .
Στο μεταξύ, μεγάλη μερίδα δημοσιογράφων
και Μέσων, γνωρίζοντας ότι το πιο «επιτυχημένο» προβληματικά/παραπλανητικά περιεχόμενο
είναι αυτό που παίζει με τα συναισθήματα των ανθρώπων ενθαρρύνοντας συναισθήματα
ανωτερότητας, θυμού ή φόβου, και επιθυμώντας να διαχωρίσουν τη θέση τους από
αυτό, υιοθέτησαν μια στάση «ίσων αποστάσεων» προκειμένου να ενισχύσουν μίαν
εντύπωση «αντικειμενικότητας». Μια πιο «υγιεινή» ζώνη ενημέρωσης. Απομάκρυναν
έτσι, έτι περαιτέρω, κοινό σκεπτόμενων ανθρώπων που γνωρίζει καλά ότι, έτσι κι
αλλιώς, μια αληθινή πληροφορία γύρω από ένα γεγονός δεν προσφέρει ιδιαίτερα
σοβαρή υπηρεσία στην ενημέρωση αν δεν συνοδεύεται από το ευρύτερο πλαίσιο -ιστορικό,
οικονομικό κ.λπ - που το περιβάλλει, από την ανάλυση και τον δημοσιογραφικό
σχολιασμό που καμία σχέση δεν έχουν με «ίσες αποστάσεις», και στις οποίες, τις
περισσότερες φορές, το κοινό «διαβάζει»: Δεν θέλω να πω τα πράγματα με το όνομά
τους ή δεν θέλω να τα πω με το όνομα που εγώ θεωρώ ότι έχουν.
Σίσσυ
Αλωνιστιώτου, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ,12/11/23
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.