ΚΕΙΜΕΝΟ 1 Η δημοσιογραφία ως δημόσιο αγαθό
1. Σε
μια εποχή αυξανόμενων προκλήσεων για τις δημοκρατίες παγκοσμίως, η
αξιόπιστη ενημέρωση δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ένα ακόμη εμπορικό προϊόν.
Αντιθέτως, πρέπει να αναγνωρίσουμε
ότι η δημοσιογραφία αποτελεί θεμέλιο της δημοκρατικής ζωής και, ως τέτοιο,
πρέπει να ιδωθεί ως δημόσιο αγαθό που χρήζει ενίσχυσης και προστασίας. Η
προστασία της ελευθερίας της έκφρασης και της ενημέρωσης κατοχυρώνεται ήδη στο
άρθρο 14 του Συντάγματος της Ελλάδας, το οποίο ορίζει ρητώς ότι: «Καθένας
μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και διά του Τύπου τους
στοχασμούς του τηρώντας τους νόμους του κράτους».
2. Το ίδιο άρθρο διασφαλίζει την ελευθερία του
Τύπου και την ανεξαρτησία της ενημέρωσης από κάθε είδους λογοκρισία ή άδεια
προληπτικού ελέγχου. Παράλληλα υπογραμμίζεται η ανάγκη σεβασμού της
αντικειμενικότητας της ενημέρωσης και της πολυφωνίας. Η αναγνώριση της
δημοσιογραφίας ως δημόσιου αγαθού έρχεται να απαντήσει στις σύγχρονες
προκλήσεις και να ενισχύσει θεσμικά την ουσιαστική κατοχύρωση του δικαιώματος
όλων των πολιτών στην αξιόπιστη και ανεξάρτητη ενημέρωση. Πρόκειται για τη
«φυσική» εξέλιξη και ενδυνάμωση των συνταγματικών μας αρχών.
Τι σημαίνει
δημόσιο αγαθό
και γιατί αφορά τη δημοσιογραφία; Στην οικονομική και κοινωνική θεωρία, δημόσιο
αγαθό χαρακτηρίζεται εκείνο που πληροί δύο βασικές προϋποθέσεις:
•
Είναι μη αποκλειστικό (κανείς δεν μπορεί να αποκλειστεί από τη χρήση του).
•
Είναι μη ανταγωνιστικό (η χρήση του από έναν δεν περιορίζει τη χρήση του από
άλλον).
Η δημοσιογραφία,
ειδικά η ανεξάρτητη και αξιόπιστη, πληροί και αυτή τις ίδιες
προϋποθέσεις:
•
Δεν είναι αποκλειστική: Οταν μια ερευνητική δημοσιογραφική έρευνα αποκαλύπτει
σκάνδαλα διαφθοράς, όλοι οι πολίτες ωφελούνται από τη γνώση, ανεξαρτήτως αν
πλήρωσαν.
•
Δεν είναι ανταγωνιστική: Η ενημέρωση ενός πολίτη δεν μειώνει τη δυνατότητα
ενημέρωσης άλλων πολιτών.
Το σημερινό
επιχειρηματικό μοντέλο των μέσων ενημέρωσης, βασισμένο στη
διαφήμιση και στις συνδρομές, έχει σοβαρές αδυναμίες:
•Δίνει
προτεραιότητα στην εμπορική απήχηση αντί της ποιοτικής ενημέρωσης.
•Δημιουργεί φραγμούς πρόσβασης.
Αυτά
τα μοντέλα καθιστούν τα μέσα ευάλωτα σε οικονομικές και πολιτικές πιέσεις.
Ταυτόχρονα, οι μεγάλοι τεχνολογικοί κολοσσοί, που ελέγχουν τις κύριες
πλατφόρμες διανομής πληροφορίας, επιβάλλουν όλο και περισσότερο ένα ασφυκτικό
πλαίσιο οικονομικού και αλγοριθμικού ελέγχου, περιορίζοντας έτσι την
ανεξαρτησία των μέσων και την ελεύθερη πρόσβαση του κοινού σε ποιοτική
ενημέρωση. Η αναγνώριση της δημοσιογραφίας ως δημόσιου αγαθού προσφέρει απάντηση σε αυτή την κρίση:
•Κατοχυρώνει τη συλλογική υποχρέωση
στήριξης της αξιόπιστης ενημέρωσης.
•
Ενθαρρύνει τη δημιουργία νέων βιώσιμων μοντέλων χρηματοδότησης,
προσανατολισμένων στο δημόσιο συμφέρον και όχι αποκλειστικά στο κέρδος.
Ενώ απαιτεί:
•
Θεσμική στήριξη και προστασία των ανεξάρτητων μέσων.
•Δημόσιες
και διεθνείς επενδύσεις στη δημοσιογραφία ως κοινωφελή δραστηριότητα.
•Εκπαίδευση στα ΜΜΕ (media literacy) για
όλους τους πολίτες.
Η
εποχή μας χαρακτηρίζεται από πρωτοφανείς όγκους πληροφορίας, όπου το αληθές
συνυπάρχει με το ψευδές και το τεκμηριωμένο με το κατασκευασμένο. Για τον λόγο αυτό απαιτείται ένα
νέο κοινωνικό συμβόλαιο γύρω από την ενημέρωση: ένα πλαίσιο όπου η
δημοσιογραφία θα αναγνωρίζεται και θα στηρίζεται ως δημόσιο αγαθό, θεμέλιο της
δημοκρατίας και της κοινωνικής ανθεκτικότητας. Η διασφάλιση της πρόσβασης όλων
των πολιτών σε αξιόπιστη πληροφόρηση, ανεξάρτητη από εμπορικές ή πολιτικές
πιέσεις, δεν είναι επιλογή είναι θεμελιώδης υποχρέωση για την προστασία του
δημοκρατικού μας μέλλοντος. Η συνταγματική αναγνώριση της δημοσιογραφίας ως
δημόσιου αγαθού και η ενεργή επένδυση στην ανεξάρτητη ενημέρωση συνιστούν
ουσιαστικές πράξεις υπευθυνότητας απέναντι στις επόμενες γενιές.
Ο
κ. Νίκος Παναγιώτου είναι καθηγητής στο Τμήμα Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ του ΑΠΘ.
Από την έντυπη έκδοση της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ. 4/5/25
ΚΕΙΜΕΝΟ 2 Δημοσιογραφία υπό πίεση: Οι κίνδυνοι για τη
δημοκρατία χωρίς ασφαλή μέσα ενημέρωσης
1) H διάβρωση
της λογοδοσίας: Τα ΜΜΕ και οι δημοσιογράφοι λειτουργούν ως σημαντικοί
πυρήνες λογοδοσίας. Χωρίς ελεύθερα ΜΜΕ, ο παράγοντας αυτός διαβρώνεται με
σοβαρές συνέπειες, όπως η εμπιστοσύνη στους δημόσιους θεσμούς να καταρρεύσει
και το κράτος δικαίου να αντικατασταθεί από προσωπικά ή πολιτικά συμφέροντα.
Όταν αυτοί που έχουν την εξουσία μπορούν να ενεργούν χωρίς φόβο ελέγχου, η
δημοκρατία μετατρέπεται σε ένα κενό κέλυφος.
2) Η άνοδος της παραπληροφόρησης: Με τη μείωση της ελευθερίας του
Τύπου, υπονομεύεται επίσης η δυνατότητα του κοινού να έχει πρόσβαση σε
αξιόπιστες και αμερόληπτες πληροφορίες. Ελλείψει ανεξάρτητης δημοσιογραφίας, η
παραπληροφόρηση, η προπαγάνδα και τα ψευδή νέα θα κατακλύσουν τη δημόσια
σφαίρα, δημιουργώντας σύγχυση και εμβαθύνοντας τις κοινωνικές διαιρέσεις. Τα
αυταρχικά καθεστώτα ιδιαίτερα, θα εκμεταλλευτούν αυτή την κατάσταση για να
γεμίσουν το κενό πληροφόρησης με αφηγήσεις που εξυπηρετούν τα συμφέροντά τους,
συχνά εις βάρος της αλήθειας.Η διάδοση της παραπληροφόρησης αποτελεί υπαρξιακή
απειλή για τη δημοκρατία. Καθώς η κοινωνία διχάζεται σε «πληροφοριακές
φούσκες», όπου διαφορετικές ομάδες ασπάζονται αντικρουόμενες εκδοχές της
πραγματικότητας, η δυνατότητα διεξαγωγής ορθολογικού διαλόγου εξαφανίζεται. Σε
ένα τέτοιο περιβάλλον, ακόμη και οι νόμιμες δημοκρατικές διαδικασίες, όπως οι
εκλογές, μπορούν να υπονομευτούν
3) H αποδυνάμωση της κοινωνίας των πολιτών: Τα ΜΜΕ ενισχύουν τις παρεμβάσεις της κοινωνίας των πολιτών, παρέχοντας μια πλατφόρμα για τη συζήτηση κρίσιμων κοινωνικών ζητημάτων. Όταν η ελευθερία της δημοσιογραφίας υπονομεύεται, αυτές οι φωνές σιγούν και σημαντικά θέματα, όπως τα ανθρώπινα δικαιώματα, η περιβαλλοντική δικαιοσύνη και η οικονομική ανισότητα, παραμελούνται ή διαστρεβλώνονται. Χωρίς κάλυψη από τα μέσα ενημέρωσης, τα κινήματα που επιδιώκουν να λογοδοτήσει η «εξουσία» ή να προωθήσουν την κοινωνική αλλαγή δυσκολεύονται να κερδίσουν έδαφος. Η σίγαση αυτών των φωνών μοιραία οδηγεί στην αποδυνάμωση της κοινωνίας των πολιτών.
Η. Νικέζης, ATHENS VOICE, 23.9.24
ΚΕΙΜΕΝΟ 3 λογοτεχνικά κείμενα
Το
κάψιμο των βιβλίων – Μπέρτολτ
Μπρεχτ
(Το κάψιμο
βιβλίων στη Γερμανία,με αποκορύφωμα τις ναζιστικές πυρές της 10ης Μαίου του του 1933, ήταν μια οργανωμένη εκστρατεία λογοκρισίας από
το καθεστώς του Χίτλερ. Χιλιάδες φοιτητές και ναζί κατέστρεψαν περίπου 20.000+
βιβλία "αντεθνικού περιεχομένου", συμπεριλαμβανομένων έργων Εβραίων,
κομμουνιστών και φιλελεύθερων συγγραφέων, για να επιβάλουν ιδεολογική
ομοιομορφία, σηματοδοτώντας μια "σκοτεινή μέρα" για τον πολιτισμό)
Όταν διαταγή έβγαλε το καθεστώς να καούνε
σε δημόσιες πλατείες τα βιβλία που
περικλείνουν ιδέες ανατρεπτικές,
κι από παντού κεντρίζανε τα βόδια
να σέρνουν κάρα ολόκληρα
με βιβλία για την πυρά, ένας εξορισμένος
ποιητής, ένας απ’ τους καλύτερους,
διαβάζοντας των βιβλίων τον κατάλογο,
με φρίκη του είδε πως τα δικά του
τα είχανε ξεχάσει. Χίμηξε στο γραφείο του
με τις φτερούγες της οργής, κι έγραψε στους τυράννους ένα
γράμμα:
«Κάψτε με!» έγραφε με πένα ακράτητη, «κάψτε με!
Μ’ αφήσατε έξω! Δε μπορείτε να μου το κάνετε αυτό, εμένα!
Την αλήθεια δεν έγραφα πάντα στα βιβλία μου; Και τώρα
μου φερνόσαστε σα νά ’μαι ψεύτης! Σας διατάζω:
Κάψτε με!»
(Μπέρτολτ Μπρεχτ, “Ποιήματα”, 1938, μτφρ. Μάριος Πλωρίτης, Θεμέλιο, Αθήνα
2000)
Αποσπάσματα
από το βιβλίο «1984» του Τζ. Όργουελ
Το 1984
του Τζορτζ Όργουελ παρουσιάζει μια ολοκληρωτική κοινωνία όπου η εξουσία ελέγχει
όχι μόνο τις πράξεις αλλά και τη σκέψη των ανθρώπων, μέσω της παρακολούθησης,
της προπαγάνδας και της αλλοίωσης της γλώσσας. Η ελευθερία του λόγου
καταργείται, γιατί χωρίς λέξεις δεν μπορεί να υπάρξει ελεύθερη σκέψη.
1ο
απόσπασμα Ο
κεντρικός ήρωας του έργου Γουίνστον, στη διάρκεια της υποχρεωτικής πρωινής
γυμναστικής που επιβάλλει το καθεστώς σε όλους, ανακαλεί στη μνήμη του
σπαράγματα από γεγονότα μιας πραγματικότητας από το παρελθόν. Το παρελθόν που
προηγήθηκε της νέας πραγματικότητας που επέβαλε το καθεστώς στους ανθρώπους και
τους ανάγκασε να διαγράψουν από τη μνήμη τους
Από
εκείνον τον καιρό πάνω κάτω, ο πόλεμος ήταν συνεχόμενος, αν και για την
ακρίβεια δεν ήταν πάντα ο ίδιος πόλεμος. Για πολλούς μήνες στη διάρκεια της
παιδικής του ηλικίας, ξεσπούσαν άτακτες οδομαχίες ακόμα και στο Λονδίνο,
κάποιες μάλιστα τις θυμόταν ολοκάθαρα. Για να ιχνηλατήσεις όμως την ιστορική
περίοδο, να ονομάσεις ποιος πολεμούσε ποιον τη συγκεκριμένη στιγμή, ήταν
αδύνατον, αφού ούτε έγγραφες ούτε προφορικές μαρτυρίες ανέφεραν κάποια άλλη
κατάσταση πέρα από την τωρινή. Για παράδειγμα, αυτή τη στιγμή, το 1984 (αν η
χρονιά ήταν το 1984), η Ωκεανία βρισκόταν σε πόλεμο με την Ευρασία και σε
συμμαχία με την Ανατολασία. Δεν υπήρχε προφορική ή γραπτή μαρτυρία που να
αποδεικνύει ότι ο τρεις δυνάμεις δεν είχαν πάντα την ίδια δυναμική σχέσεων.
Βασικά, όπως γνώριζε πολύ καλά ο Γουίνστον, τέσσερα χρόνια πριν η Ωκεανία
βρισκόταν σε πόλεμο με την Ανατολασία και είχε σύμμαχό της την Ευρασία. Αυτό
όμως δεν ήταν παρά μια λαθραία πληροφορία, την οποία έτυχε να γνωρίζει γιατί η
μνήμη του παραστρατούσε πότε πότε. Επισήμως, καμία αλλαγή δεν είχε επέλθει στο
πολιτικό σκηνικό. Η Ωκεανία πολεμούσε εναντίον της Ευρασίας, άρα πάντα
πολεμούσε εναντίον της. Ο τωρινός εχθρός ανέκαθεν αντιπροσώπευε το απόλυτο
κακό, και αυτό σήμαινε ότι οποιαδήποτε παρελθοντική ή μελλοντική συμφωνία μαζί
του ήταν αδύνατη.
Το
τρομακτικό, σκέφτηκε για χιλιοστή φορά ο Γουίνστον ενώ έσπρωχνε τους ώμους προς
τα πίσω, (με τα χέρια στους γοφούς έστρεφαν το σώμα από τη μέση και πάνω,
άσκηση υποτίθεται ενδυναμωτική των μυών της πλάτης) –το τρομακτικό ήταν πως όλα
αυτά μπορούσε κάλλιστα να αλήθευαν. Αν το Κόμμα είχε τη δυνατότητα να βάλει
χέρι στο παρελθόν και να ισχυρίζεται ότι το τάδε ή το δείνα γεγονός δεν συνέβη
ποτέ –αυτό δεν ήταν σίγουρα κάτι πιο τρομακτικό από τα βασανιστήρια και τον
θάνατο;
Το
Κόμμα έλεγε ότι η Ωκεανία δεν ήταν ποτέ σύμμαχος με την Ευρασία. Αυτός όμως, ο
Γουίνστον Σμιθ, γνώριζε καλά ότι η Ωκεανία
ήταν σύμμαχος με την Ευρασία πριν από τέσσερα χρόνια. Αλλά, πώς το γνώριζε; Υπήρχε
μόνο στη δική του συνείδηση, που έτσι κι αλλιώς, πολύ σύντομα θα έπρεπε να
μηδενιστεί. Κι αν όλοι οι υπόλοιποι αποδέχονταν τα ψέματα που επέβαλλε το Κόμμα
–αν όλα τα αρχεία παρουσίαζαν την ίδια εκδοχή– τότε το ψέμα θα περνούσε στην
ιστορία και θα γινόταν αλήθεια. Το σύνθημα του Κόμματος ήταν: “Αυτός που
ελέγχει το παρελθόν, ελέγχει το μέλλον. Αυτός που ελέγχει το παρόν, ελέγχει το
παρελθόν”. Και πάλι όμως, το παρελθόν, αν και εκ φύσεως παραποιήσιμο, δεν
παραποιήθηκε ποτέ. Ό,τι κι αν ήταν αλήθεια σήμερα, ήταν αλήθεια ανέκαθεν. Τα
πράγματα ήταν πολύ απλά. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν αλλεπάλληλες σαρώσεις της
μνήμης σου. “Έλεγχος της πραγματικότητας” ή όπως το ονόμαζαν στη Νέα Ομιλία
“δισκεψία”. σσ.49-50
2.
(Μια έργάσιμη ημέρα του Γουίνστον, στο Αρχείο,
τμήμα του Υπουργείου Αλήθειας. Δουλειά του είναι το σβήσιμο και ξαναγράψιμο
ειδήσεων που είχαν δημοσιευτεί στο παρελθόν σε φύλλα των εφημερίδων και οι
οποίες ειδήσεις πλέον δεν εξυπηρετούν τις ανάγκες του Κόμματος και δεν
συμφωνούν με την αλήθεια του παρόντος)
Ο Γουίνστον σχημάτισε τις λέξεις “παλιά νούμερα”
στο καντράν της τηλεοθόνης και ζήτησε τα απαραίτητα φύλλα των “Τάιμς”, τα οποία
γλίστρησαν μέσω του αεροσωλήνα πάνω στο γραφείο του με μόλις ελάχιστη
καθυστέρηση. Τα μηνύματα που είχε λάβει αναφέρονταν σε άρθρα ή ειδήσεις που με
τον έναν ή τον άλλον τρόπο είχε κριθεί αναγκαίο να αλλάξουν ή, κατά την επίσημη
έκφραση, να “διορθωθούν”. Η δουλειά του Γουίνστον ήταν να διορθώσει τα αρχικά
στοιχεία ώστε να βρίσκονται σε συμφωνία με τα τελευταία δεδομένα. Το μήνυμα, που
έπρεπε να «διορθωθεί», αναφερόταν σε ένα πολύ απλό λάθος που δεν χρειαζόταν
πάνω από δύο λεπτά για να διορθωθεί. Πριν από λίγο καιρό, συγκεκριμένα μέσα
στον Φεβρουάριο, το Υπουργείο Αφθονίας είχε δημοσιεύσει μία υπόσχεση
(“κατηγορηματική εγγύηση” κατά την επίσημη έκφραση) ότι σε όλη τη διάρκεια του
1984 δεν θα γινόταν καμία μείωση στη μερίδα της σοκολάτας. Στην πραγματικότητα,
όπως ήταν ενήμερος ο Γουίνστον, η μερίδα της σοκολάτας θα μειωνόταν από τριάντα
σε είκοσι γραμμάρια στο τέλος της εβδομάδας που διένυαν. Το μόνο λοιπόν που
χρειαζόταν στο τρίτο μήνυμα ήταν να αντικατασταθεί η αρχική υπουργική υπόσχεση
με μια προειδοποίηση ότι πιθανώς θα κρινόταν αναγκαίο να μειωθεί η μερίδα
κάποια στιγμή μέσα στον Απρίλιο.
Με το
που διεκπεραίωσε τα θέματα των εντολών για διορθώσεις, ο Γουίνστον επισύναψε
τις φωτογραφημένες διορθώσεις του στο αντίστοιχο φύλλο των “Τάιμς” και τις
έσπρωξε στον αεροσωλήνα. Κατόπιν, με μία σχεδόν αυτόματη κίνηση, τσαλάκωσε τα
αρχικά μηνύματα και τυχόν δικές του σημειώσεις και τα έριξε στην τρύπα της
μνήμης για να τα καταβροχθίσουν οι φλόγες.
Το
τι συνέβαινε στον αόρατο λαβύρινθο όπου οδηγούσαν οι αεροσωλήνες, δεν το
γνώριζε με κάθε λεπτομέρεια, είχε όμως μια γενική ιδέα. Με το που
συγκεντρώνονταν και αντιστοιχούνταν όλες οι απαραίτητες διορθώσεις, το φύλλο
των “Τάιμς” τυπωνόταν ξανά, το πρωτότυπο καταστρεφόταν και το διορθωμένο
έπαιρνε τη θέση του στα αρχεία. Αυτή η διαδικασία των αλλεπάλληλων διορθώσεων
εφαρμοζόταν όχι μόνο στις εφημερίδες αλλά και στα βιβλία, τα περιοδικά, τα
φυλλάδια, τις αφίσες, τις ταινίες, τις ηχογραφήσεις, τα κινούμενα σχέδια, τις
φωτογραφίες –σε κάθε λογοτεχνικό είδος και κάθε έγγραφο που ίσως έφερε πολιτική
ή ιδεολογική σημασία. Μέρα με τη μέρα, για να μην πούμε λεπτό προς λεπτό, το
παρελθόν ενημερωνόταν για να συμφωνεί με το παρόν. Με αυτόν τον τρόπο, κάθε
πρόβλεψη του Κόμματος αποδεικνυόταν σωστή βάσει ντοκουμέντων. Οποιαδήποτε
είδηση ή έκφραση άποψης ερχόταν σε αντίθεση με τις ανάγκες της παρούσας
στιγμής, δεν επιτρεπόταν να παραμείνει καταγεγραμμένη. Ολόκληρη η ιστορία ήταν
ένα παλίμψηστο, ένα χειρόγραφο που σβηνόταν και ξαναγραφόταν όσες φορές
κρινόταν αναγκαίο. Μόλις ολοκληρωνόταν η εκ νέου καταγραφή, δεν υπήρχε πλέον
καμία απόδειξη ότι είχε γίνει παραποίηση. Τον μεγαλύτερο τομέα του Τμήματος
Αρχείων, μεγαλύτερο και από αυτόν όπου εργαζόταν ο Γουίνστον, τον απάρτιζαν
πρόσωπα που η δουλειά τους ήταν να αναζητούν και να συλλέγουν όλα τα αντίτυπα
βιβλίων, εφημερίδων και άλλων εγγράφων που είχαν αντικατασταθεί και επρόκειτο να
καταστραφούν. Ένα φύλλο των “Τάιμς” που, λόγω αλλαγών εν όψει πολιτικής
ευθυγράμμισης ή λανθασμένων προφητειών του Μεγάλου Αδελφού ίσως και να είχε
ξαναγραφτεί καμιά δεκαριά φορές, εξακολουθούσε να βρίσκεται στα αρχεία με την
αρχική του ημερομηνία. Δεν υπήρχε κανένα άλλο αντίτυπο που να το αναιρεί. Τα
βιβλία επίσης αποσύρονταν και ξαναγράφονταν πολλές φορές.(…)
Υπήρχε ο
τομέας των τηλεπρογραμμάτων με τους τεχνικούς, τους παραγωγούς και τις ομάδες
ηθοποιών που είχαν επιλεχθεί ειδικά για την ικανότητά τους να μιμούνται φωνές.
Υπήρχαν στρατιές υπαλλήλων που τους είχε ανατεθεί να συντάσσουν καταλόγους βιβλίων
και περιοδικών τα οποία έπρεπε να αποσυρθούν. Υπήρχαν οι αχανείς αποθήκες όπου
φυλάσσονταν τα διορθωμένα έγγραφα και όπου τα πρωτότυπά τους καταστρέφονταν σε
απόκρυφα καμίνια. Και κάπου, εντελώς ανώνυμα, υπήρχαν τα μυαλά που κατεύθυναν
και συντόνιζαν όλη αυτή την προσπάθεια και καθόριζαν το πλαίσιο της τακτικής
που κρινόταν απαραίτητο ώστε να διατηρηθεί το τάδε τμήμα του παρελθόντος, να
παραποιηθεί κάποιο άλλο κα ένα άλλο να πάψει να υπάρχει. Εξάλλου, και το Τμήμα
Αρχείων δεν ήταν παρά ένα παρακλάδι του Υπουργείου Αλήθειας, του οποίου το
πρωταρχικό μέλημα δεν ήταν να ανακατασκευάζει το παρελθόν, αλλά να προμηθεύει
τους πολίτες της Ωκεανίας με εφημερίδες, ταινίες, εγχειρίδια, προγράμματα
τηλεόρασης, θεατρικά έργα, μυθιστορήματα –σε γενικές γραμμές, κάθε είδους
πληροφορία, οδηγία ή ψυχαγωγία, από ένα άγαλμα μέχρι ένα σύνθημα, από ένα
λυρικό ποίημα μέχρι μια διατριβή περί βιολογίας και από ένα παιδικό αλφαβητάριο
μέχρι ένα λεξικό της Νέας Ομιλίας. σσ 54-56,58
Τα
αποσπάσματα προέρχονται από την ηλεκτρονική έκδοση του βιβλίου , Ανοικτή
Βιβλιοθήκη, μετάφραση Ευρυδίκη Αμανατίδου
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.